Φαίδρος

I
Όνομα ιστορικών προσώπων.
1. Μαθητής του Σωκράτη, γνωστός από τους πλατωνικούς διαλόγους. Υπήρξε και μαθητής του Λυσία.
2. Επικούρειος φιλόσοφος, που διακρίθηκε στα τέλη του 2ου και στις αρχές του 1ου αι. π.Χ. Ήταν μαθητής του Ζήνωνα του Σιδωνίου και του Απολλοδώρου. Ο Κικέρων, που διετέλεσε μαθητής του, τον αποκαλούσε «επιφανή φιλόσοφο» και χρησιμοποίησε το σύγγραμμά του Περί θεών στο έργο του Περί φύσεως των θεών.
3. Αθηναίος στρατηγός, αρχηγός της στάσης εναντίον του Λεωχάρη. Μετά τη στάση αυτή, ο Λεωχάρης έφυγε στη Θήβα, και κυρίευσε την Αθήνα ο Δημήτριος ο Πολιορκητής (297 π.Χ.). Διακρίθηκε και στους αγώνες εναντίον του Αντιγόνου του Γονατά, καθώς και στην εκστρατεία του Πύρρου εναντίον της Ελλάδας.
4. Λατίνος ποιητής του 1ου αι. μ.Χ., μακεδονικής καταγωγής· είναι ο πλέον διάσημος συγγραφέας μύθων της ρωμαϊκής φιλολογίας. Σκλάβος, κατόπιν απελεύθερος του Αυγούστου, υπήρξε ίσως δάσκαλος. Αφού καταδιώχθηκε και, όπως φαίνεται, φυλακίστηκε από τον Σηιανό, αρχηγό των πραιτωριανών του Τιβερίου, εξαιτίας των δηκτικών και σατιρικών του αιχμών, σώθηκε από μερικούς ισχυρούς φίλους του. Στα πέντε βιβλία των Μύθων (Fabulae), γραμμένων σε εξασύλλαβους ή ιαμβικά τρίμετρα (μια ξεχωριστή ομάδα είναι οι λεγόμενοι περοτίνοι, που βρέθηκαν σε ένα ουμανιστικό αυτόγραφο του επισκόπου Περότι), ο Φ. μπορεί να χαρακτηριστεί περισσότερο εφάμιλλος παρά άκριτος μιμητής του Αισώπου· υπεροπτικός και πολύ φιλόδοξος, θέλησε να δώσει στους λαϊκούς αλληγορικούς μύθους την κομψότητα και την ευγένεια της ποίησης. Ακόμα και όταν στα μικρά του χαριτωμένα διηγήματα εισάγει ιστορικά (Σωκράτης, Μένανδρος) ή σύγχρονα (Τιβέριος) πρόσωπα, ο Φ. κατορθώνει να ζωντανεύει τον αλληγορικό μύθο ζώων με ψυχολογικές παρατηρήσεις και λαμπρά εκφραστικά επιτεύγματα. Η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της ηθικολογίας του δεν είναι τόσο η συνείδηση της χρησιμότητας των μύθων του όσο η ατμόσφαιρα που δημιουργούν, η απαισιοδοξία του «νικημένου», η δυσχέρεια του τίμιου και απόκληρου μπροστά σε έναν κόσμο πονηρών και φαύλων. Η υποταγή στη μοίρα των αδύναμων, των σκλάβων, των φτωχών αντισταθμίζεται κάποτε από ζωηρή, μολονότι στείρα, επαναστατικότητα. Πενιχρή είναι, παρ’ όλα αυτά, η δραματικότητα των καταστάσεων και του διαλόγου· η ίδια η συντομία του μύθου δεν είναι πάντα ουσιαστική και επικρατούν συχνά τεχνάσματα και επιτηδευμένη τεχνική.
II
Άγιος της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Πέθανε με μαρτυρικό θάνατο. Η μνήμη του τιμάται στις 29 Νοεμβρίου.
* * *
ο, ΝΑ
(στην αρχ. Ελλάδα)
1. γιος τού Καλλία από τον δήμο τού Σφηττού
2. γιος τού Θυμοχάρους, εγγονός τού προηγουμένου
3. τίτλος διαλόγου τού Πλάτωνος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φαιδρός, με αναβιβασμό τού τόνου].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • φαιδρός — bright masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φαῖδρος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαιδρός — I Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Μαθητής του Σωκράτη, γνωστός από τους πλατωνικούς διαλόγους. Υπήρξε και μαθητής του Λυσία. 2. Επικούρειος φιλόσοφος, που διακρίθηκε στα τέλη του 2ου και στις αρχές του 1ου αι. π.Χ. Ήταν μαθητής του Ζήνωνα του… …   Dictionary of Greek

  • φαιδρός — [фэдрос] εκ. радостный, весблый, живой …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Φαίδρος — ο κύρ. όνομα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φαιδρός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που ακτινοβολεί από χαρά, εύθυμος, χαρωπός, πρόσχαρος: Φαιδρό πρόσωπο. 2. ευτράπελος, αστείος: Φαιδρή ιστορία. 3. αυτός που προκαλεί φαιδρότητα, γελοίος: Φαιδρό υποκείμενο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Μπαρλάς, Φαίδρος — (Αθήνα 1925 – 1975). Δημοσιογράφος και λογοτέχνης, γιος του Τάκη Μπαρλά (βλ. λ.). Εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε διάφορες ημερήσιες αθηναϊκές εφημερίδες, γράφοντας, κυρίως, βιβλιοκριτικές. Παράλληλα έγραψε ποιήματα (ανήκει στους ποιητές της… …   Dictionary of Greek

  • φαιδρά — φαιδρός bright neut nom/voc/acc pl φαιδρά̱ , φαιδρός bright fem nom/voc/acc dual φαιδρά̱ , φαιδρός bright fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαιδρότερον — φαιδρός bright adverbial comp φαιδρός bright masc acc comp sg φαιδρός bright neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαιδροτέραις — φαιδρός bright fem dat comp pl φαιδροτέρᾱͅς , φαιδρός bright fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.